Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η κυρία δεν γυρίζει πίσω


γράφει ο Ναπολέων Λιναρδάτος


Το 1979 η Μάργκαρετ Θάτσερ θα γίνει πρωθυπουργός της Βρετανίας. Αργότερα δημοσιογράφοι θα παρομοιάσουν την Βρετανία πριν αναλάβει η Θάτσερ ως μια Μπανανία με άσχημο καιρό.


Το 1979 ο πληθωρισμός στην Βρετανία θα τρέχει με 25%, ο ανώτερος φόρος εισοδήματος θα έχει φτάσει στο 93%, το κράτος θα έχει επιβάλει περιορισμούς και ελέγχους στο χρήμα, στις τιμές και τα εισοδήματα. Το κράτος θα έχει γίνει επιχειρηματίας έχοντας στην ιδιοκτησία του τις τηλεπικοινωνίες, την βιομηχανία σιδήρου, πετρελαίου, τα λιμάνια και αρκετές αυτοκινητοβιομηχανίες - μεταξύ άλλων.

Όπως ήταν φυσικό υπό αυτές τις συνθήκες η Βρετανία θα έχει γίνει ένας παιδότοπος για τους εργοτοπατέρες και τις συντεχνίες τους. Ο δημόσιος τομέας που τότε θα περιλαμβάνει και τις παραπάνω βιομηχανίες θα βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης και αναρχίας. Τα νοσοκομεία θα βρίσκονται υπό πολιορκία και μόνο τα επείγοντα περιστατικά θα γίνονται δεχτά, απεργίες θα παραλύουν όλη τη χώρα στους σιδηρόδρομους, τα λιμάνια, τις μεταφορές, την καθαριότητα. Στις απεργίες θα συμμετέχουν ακόμα και οι νεκροθάφτες. Τα πτώματα θα αρχίσουν να συσσωρεύονται στα νεκροτομεία και η τότε κυβέρνηση των Εργατικών θα μελετήσει το ενδεχόμενο για ταφές στον Ατλαντικό ωκεανό... 

Οι συνεχείς απεργίες και η αφαίμαξη του ιδιωτικού τομέα για να συντηρηθεί το μεγάλο κράτος με τις συντεχνίες του θα φέρουν την Βρετανία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, και ήδη από το 1976 η μόλις προσφάτως αυτοκρατορία θα τρέχει στο ΔΝΤ για δάνειο 4 δις δολαρίων. Το 78-79 η κρίση θα έχει κορυφωθεί και αυτή η περίοδος θα αποκτήσει την Σαιξπηρική ονομασία Χειμώνας της Δυσαρέσκειας. Αυτή ήταν η κατάσταση της Βρετανίας εκείνη την εποχή λίγο πριν αναλάβει η Μάργκαρετ Θάτσερ. 

Εκ των υστέρων οι πολιτικές που εφάρμοσε η Μάργκαρετ Θάτσερ μπορεί να φαίνονται σε πολλούς τουλάχιστον λογικές, αλλά στην εποχή της ήταν ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενες και τις περισσότερες φορές ήταν απορριπτέες από τον καθώς πρέπει πολιτικό, πανεπιστημιακό και δημοσιογραφικό κόσμο ως εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Η Θάτσερ δεν είχε μόνο να αντιμετωπίσει το βρετανικό κατεστημένο, αλλά και την ηγεσία και κομματικό μηχανισμό του κόμματος της, που είχε προ πολλού αποδεχτεί το ρόλο του ως ο κατά περιόδους διαχειριστής της νέας σοσιαλιστικής Βρετανίας. 

Η επανάσταση της Θάτσερ ήταν η επανάσταση της βάσης του συντηρητικού κόμματος, αυτοί που τα ΜΜΕ συχνά ειρωνικά αποκαλούν νοικοκυραίους. Οι μεσαίοι και μικρομεσαίοι που είχαν αγανακτήσει με την παρακμή της βρετανικής κοινωνίας και αντίθετα από την βρετανική ελίτ, δεν είχαν αποδεχτεί αυτή την παρακμή ως αναπόφευκτη. 

Η Μάργκαρετ Θάτσερ θα είναι γνήσιο τέκνο της τάξης των νοικοκυραίων. Στο πολύ δύσκολο αγώνα που θα κάνει για να αναλάβει την ηγεσία του κόμματος δεν θα έχει μόνο να αντιμετωπίσει το αρνητικό γεγονός για την εποχή ότι είναι γυναίκα, αλλά επίσης το ότι ήταν κόρη ενός απλού παντοπώλη. Η κόρη όμως του παντοπώλη είχε ένα ακόμα “αρνητικό”, ήταν μια πολικός πεποιθήσεων σε μια μεγάλη αγέλη πολιτικών της συναίνεσης. Πολύ συχνά ήταν απλά μόνη. Σε ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό περιστατικό σε συνέδριο του κόμματος θα βγάλει από την τσάντα της το Σύνταγμα της Ελευθερίας του Χάγιεκ και δείχνοντας στους παρευρισκόμενους θα πει με απόλυτη αποφασιστικότητα «Σ’ αυτό πιστεύουμε». 

Στην σχεδόν χρεοκοπημένη Βρετανία το μήνυμα της Θάτσερ ήταν ξεκάθαρο: «Το πρόβλημα με τον σοσιαλισμό είναι ότι κάποτε σου τελειώνουν τα λεφτά των άλλων.» Αμέσως βάζει μπροστά πολιτικές για της καταπολέμηση του πληθωρισμού, προχωρά σε μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις, θα συγκρουστεί και θα νικήσει τις συντεχνίες και θα επιβάλει μια δραστική περικοπή των φόρων και του κρατικού παρεμβατισμού. Όταν θα παρουσιαστούν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες οι πολιτικοί της συναίνεσης θα την συμβουλεύσουν να κάνει στροφή επί τόπου. Θα τους απαντήσει «Αν εσείς θέλετε να κάνετε πίσω κάντε το. Η κυρία δεν γυρίζει πίσω». Η Θάτσερ θα κυβερνήσει για σχεδόν 12 χρόνια και η Βρετανία θα γνωρίσει την πιο μακρά περίοδο οικονομικής ανάπτυξης στην ιστορία της. 

Συχνά θα προειδοποιήσει για την συρρίκνωση της εθνικής κυριαρχίας προς όφελος των ευρωκρατών και τους κινδύνους που αυτή η εξέλιξη δημιουργεί για τις ελευθερίες και την ευημερία των Ευρωπαίων πολιτών. Θα είναι ξεκάθαρα εναντίον του ευρώ θέλοντας η Βρετανία να κρατήσει το νόμισμα της. Θα ασκήσει μια εξωτερική πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και το ανένδοτο αντικομουνισμό της. Όταν η Αργεντινή θα εισβάλει στα Φώκλαντς, δεν θα αποδεχτεί την δικαιολογία ότι αυτά τα νησιά είναι πολύ μακριά για να τα υπερασπιστεί. 

Από την Μάργκαρετ Θάτσερ μπορούμε να διδαχτούμε ότι δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για απώλεια εθνικής κυριαρχίας προς όφελος υπερεθνικών και ανελεύθερων θεσμών. Ο κρατισμός αποτυγχάνει όπου και αν εφαρμόζεται. Η ελευθερία του ατόμου να δημιουργεί και να επενδύει στο μέλλον είναι η μοναδική πηγή προόδου και ευημερίας για την κοινωνία. Η παρακμή που βιώνουμε σήμερα δεν είναι αναπόφευκτη. Και κάτι που τουλάχιστον θα έπρεπε να είχαμε μάθει από τον Μάιο του 2010: κάποτε τα λεφτά των άλλων τελειώνουν. 

από το Μπλε Μήλο

Η Κυρία άλλαξε τα δεδομένα…


του Κώστα Στούπα

Η επιτυχία της Θάτσερ κατά τη δεκαετία που κυβέρνησε τη Μεγάλη Βρετανία αποδεικνύεται κυρίως από το γεγονός πως τις βασικές τις επιλογές δεν αμφισβήτησαν ούτε οι διάδοχοί της στην εξουσία του Εργατικού Κόμματος.
Η Μεγάλη Βρετανία από παρίας των ανεπτυγμένων οικονομιών στη δεκαετία του ’70 που μεσουρανούσαν η Γερμανία και Ιαπωνία πέρασε μπροστά επί της θητείας της στη δεκαετία του ’80 και συνέχισε να βελτιώνει τη θέση της και τη δεκαετία του ’90. Μόνο τη δεκαετία που μας πέρασε μετά τις μεταρρυθμίσεις της Ατζέντα 2010 που εφάρμοσε ο Σρέντερ η Γερμανία πέρασε μπροστά στον ευρωπαϊκό χώρο. 




Πηγή:www.capital.gr

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Τουρκία, Ισραήλ και η Ελλάδα

του Αθανάσιου Έλλις



Πολλά έχουν γραφεί για την πρόσφατη διαδικασία επαναπροσέγγισης Ισραήλ - Τουρκίας. Εγκριτοι αναλυτές σε σημαντικές δεξαμενές σκέψης, αλλά και σε μέσα ενημέρωσης της Αμερικής και της Ευρώπης, μιλούν για παραδοσιακές σχέσεις και κοινά, αν όχι ταυτόσημα, στρατηγικά συμφέροντα, και σπεύδουν να προβάλουν τα σημαντικά οφέλη που προκύπτουν από την «αλλαγή σελίδας» στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, σκιαγραφούν μια συμμαχία που επανακάμπτει και η οποία, για κάποιους στο εσωτερικό, απειλεί να ανατρέψει την πολλά υποσχόμενη συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, που οικοδομείται με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια.
Τα κίνητρα για την πιεστική και, σε πρώτο επίπεδο, επιτυχή μεσολάβηση της Ουάσιγκτον είναι σαφή. Το Ισραήλ είναι ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, ενώ η αναδυόμενη Τουρκία αποτελεί για τον Μπαράκ Ομπάμα μοντέλο δημοκρατικής νατοϊκής χώρας με μουσουλμανικό πληθυσμό, και βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη στιγμή σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη διαχείριση της κατάστασης στη Συρία.
Η εξίσωση, η οποία αναπαράγεται από έγκυρους Δυτικούς αναλυτές τις τελευταίες ημέρες, τείνει να αγνοεί ή τουλάχιστον να υποβαθμίζει σημαντικά την ουσιαστικά αρνητική στάση των ίδιων των πρωταγωνιστών.
Παρά τις επιθυμίες των ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Τουρκία, για τους δικούς τους λόγους, δεν αντιμετωπίζουν θετικά την επαναπροσέγγισή τους. Ο μεν Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί κορυφαίο στόχο, αν όχι λόγο της φυσικής του ύπαρξης, να ηγηθεί του μουσουλμανικού κόσμου, και στον βωμό της υλοποίησής του θα θυσιάσει τη συνεργασία με το Ισραήλ, το οποίο εξακολουθεί να βλέπει ως αντίπαλο, αν όχι εχθρό. Από την πλευρά τους, οι Ισραηλινοί, πολιτικοί και πολίτες, αλλά και η εβραϊκή κοινότητα διεθνώς, δύσκολα θα ξεχάσουν τη στάση της Τουρκίας και δεν θα σπεύσουν να ανατρέψουν τη στρατηγική που έχουν χαράξει την τελευταία τριετία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε ό,τι αφορά την Αθήνα, η πρωτοβουλία του Γιώργου Παπανδρέου να επενδύσει στη σχέση με το Ισραήλ και η ένθερμη υιοθέτησή της από τον Αντώνη Σαμαρά είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου η ελληνική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από εθνική ομοψυχία, συνέπεια και συνέχεια. Στο πλαίσιο αυτό, η άμεση επικοινωνία του Ελληνα πρωθυπουργού με τον Ισραηλινό ομόλογό του, που ακολούθησε την «αποκατάσταση» των τουρκοϊσραηλινών επαφών, κατέδειξε σωστά ανακλαστικά.
Η ταχεία προετοιμασία του κυβερνητικού Συμβουλίου Κορυφής Ελλάδας - Ισραήλ, που αναμένεται να πραγματοποιηθεί το αμέσως επόμενο διάστημα, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη επένδυση στους διαύλους επικοινωνίας που έχουν οικοδομηθεί από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και την Ομογένεια, με την εβραϊκή κοινότητα της Αμερικής, αποτελεί μια ώριμη και ορθή αντίδραση.

από την "Καθημερινή", 2/4/2013

Γιατί απαγορεύονται τα Ιδιωτικά Πανεπιστήμια

του Φώτη Κοκκοτού


Στην Ελλάδα απαγορεύονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Υπάρχουν πολλοί που συμφωνούν μ’ αυτή την απαγόρευση. Νομίζουν πως προστατεύει: (α) τα δημόσια πανεπιστήμια από τον ανταγωνισμό και (β) την κοινωνία από τους αποφοίτους μη-κρατικών πανεπιστημίων. Η αντίληψη αυτή είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Αντί να προσφέρει όφελος, η απαγόρευση είναι επιβλαβής για την κοινωνία. Και οι λόγοι είναι απλοί.
Ας ξεκινήσουμε από την υποτιθέμενη προστασία των κρατικών πανεπιστημίων από τον ανταγωνισμό. Προφανώς, ο ανταγωνισμός δεν αφορά στα χρήματα που παίρνουν από το κράτος, καθώς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια – εξ’ορισμού– δεν  χρηματοδοτούνται από τους φόρους μας. Η προστασία έχει να κάνει με το διδακτικό προσωπικό: αν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια προσφέρουν καλύτερες αμοιβές , τότε τα δημόσια θα χάσουν τους καλύτερους δασκάλους τους. Αυτή η συλλογιστική έχει δύο τεράστια λάθη: το πρώτο είναι πως τα καλύτερα μυαλά φεύγουν ήδη στο εξωτερικό, εκεί όπου δεν απαγορεύονται τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, και όπου παίρνουν καλύτερους μισθούς και απολαμβάνουν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Το δεύτερο λάθος είναι πως η προστασία από τον ανταγωνισμό έχει εδραιώσει ένα μονοπώλιο των κρατικών πανεπιστημίων, και τα μονοπώλια είναι εκ φύσεως συντηρητικά: δεν επιδέχονται καινοτομία, ούτε ανέχονται αξιολόγηση, ούτε νιώθουν πίεση να βελτιωθούν προς όφελος των φοιτητών και των διδασκόντων. Η αξιοκρατία έχει αντικατασταθεί από την κομματοκρατία, και η αριστεία από τη διαφθορά. Οι φοιτητές καίνε τις βιβλιοθήκες και τα εργαστήρια, κι εμείς οι υπόλοιποι συνεχίζουμε να πληρώνουμε τη ζημιά. Και το αποτέλεσμα είναι εμφανές: τα Ελληνικά πανεπιστήμια δε βρίσκονται πουθενά στην κατάταξη των καλύτερων 100 στον κόσμο, ούτε των 200, ούτε καν των 300.

Οι καλύτεροι Έλληνες φοιτητές και οι καλύτεροι Έλληνες επιστήμονες ξέρουν ότι μόνο στο εξωτερικό μπορούν να πάρουν τίτλους διεθνώς καταξιωμένους στην αγορά. Η έρευνα και καινοτομία που παράγουν ωφελεί όλους τους άλλους, όχι την Ελλάδα. Δε μας λείπουν τα καλά μυαλά. Απλώς, οι καλοί φοιτητές στην Ελλάδα περνούν χίλια βάσανα για να πάρουν το πτυχίο τους, οπότε στο εξωτερικό διαπρέπουν μόλις βρεθούν σε καλό περιβάλλον. Μόνο με το φιλότιμο των φοιτητών και των διδασκόντων βγαίνει η καλή δουλειά στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, το Ελληνικό σύστημα παράγει πολλούς πτυχιούχους και δασκάλους που μόνο εδώ θα διατηρούσαν τη θέση τους. Στα καλά πανεπιστήμια θα τους είχαν αξιολογήσει και διώξει πολύ σύντομα, ώστε οι πόροι που σπαταλιούνται σ’ αυτούς να απελευθερώνονταν για εκείνους που τους αξίζουν. Και μάλιστα, όταν οι πόροι αυτοί προέρχονται από τους φόρους μας, θα πρέπει να τους σεβόμαστε πολύ περισσότερο από το εάν προέρχονταν απλώς από τα δίδακτρα των φοιτητών. Κι αυτό μας φέρνει στο δεύτερο λόγο που ισχύει ακόμα η απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων: την υποτιθέμενη προστασία της κοινωνίας από τους αποφοίτους των ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Υπάρχει διάχυτη η πεποίθηση πως στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, επειδή ο φοιτητής πληρώνει για τις σπουδές, θα πάρει ένα πτυχίο «γιαλατζί», αφού το πανεπιστήμιο θα τον κρατήσει μέχρι τέλους, αξίζει δεν αξίζει. Επομένως, λέει αυτή η στρεβλή συλλογιστική, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δε βγάζουν καλούς αποφοίτους, και άρα η κοινωνία πρέπει να προστατευτεί από αυτούς. Και θα είχαν δίκιο, αλλά μόνον αν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια λειτουργούσαν όπως λειτουργούν τώρα τα κρατικά: χωρίς αξιολόγηση των διδασκόντων, χωρίς να διώχνουν τους φοιτητές που δεν περνάνε τα μαθήματά τους, ανεχόμενα τις καταστροφές από φασιστικές «αριστερές» νεολαίες, και χωρίς να τους νοιάζει αν πέφτουν στις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Η πραγματικότητα όμως είναι τελείως διαφορετική: τα ιδιωτικά σχολεία στην Ελλάδα είναι εκείνα που όλοι θα ήθελαν να έχουν τα παιδιά τους, και τα δωρεάν δημόσια σχολεία είναι επιλογή ανάγκης. Τα ιδιωτικά σχολεία στην Ελλάδα έχουν αποφοίτους που διαπρέπουν στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου εδώ και πολλά χρόνια. Όσοι έχουν να πληρώσουν δεν το σκέφτονται ούτε στιγμή: στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο. Θα τολμούσε ποτέ κανείς να τους τα απαγορέψει; Όχι! Ευτυχώς, η αγορά εργασίας τα ξέρει αυτά και αναγνωρίζει και τους απόφοιτους των ιδιωτικών κολλεγίων γι’ αυτό που αξίζουν κι όχι για το χαρτί που κρατούν. Μόνο το κράτος δεν τους αναγνωρίζει, όντας εικόνα του κατεστραμμένου κρατικού πανεπιστημίου: βίαιες καταλήψεις, πάμφτωχες υποδομές, κομματοκρατία και νεποτισμός.

Ίσως, λένε κάποιοι, η ουσιαστική διαφορά δεν είναι μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού, αλλά μεταξύ του δωρεάν και του επί πληρωμή. Δηλαδή, επειδή επιμένουν πως η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται δωρεάν, επιλέγουν να απαγορέψουν την επί πληρωμή. Σε αυτούς υπάρχει μια απλούστατη απάντηση: δωρεάν πρέπει να είναι για το φοιτητή. Αν ο φοιτητής περάσει στις εισαγωγικές εξετάσεις, τότε να του πληρώνουμε τα δίδακτρα. Και ας επιλέξει εκείνος σε ποια σχολή θέλει να πάει, δημόσια ή ιδιωτική. Αν έχει καλούς βαθμούς, ας πάρει περισσότερα λεφτά. Αν δεν περάσει τα μαθήματά του, τότε να παίρνει λιγότερα λεφτά (ή καθόλου, αν δεν περάσει στις επαναληπτικές εξετάσεις). Το κράτος μπορεί να διατηρήσει όσα πανεπιστήμια θέλει, ειδικά σε απομακρυσμένες περιοχές, και οι φοιτητές σε αυτά μπορούν να παίρνουν και μπόνους διδάκτρων ή να είναι πιο χαμηλές οι βάσεις εισαγωγής. Αλλά η ουσία της δωρεάν παιδείας είναι να έχουν οι φοιτητές την ευχέρεια της επιλογής: δωρεάν ναι, αλλά όπου θες εσύ!

Με λίγα και απλά λόγια είδαμε πόσο εύκολα καταρρίπτεται η απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Οι μόνοι που συνεχίζουν να υποστηρίζουν αυτή την παλαβή απαγόρευση είναι τα στενά συντεχνιακά συμφέροντα των προνομιούχων: διαπλεκόμενοι πρυτάνεις, κομματικές νεολαίες, και όσοι έχουν αυτόματα επαγγελματικά δικαιώματα σε κλειστά επαγγέλματα με τα πτυχία των κρατικών πανεπιστημίων. Για οποιονδήποτε δεν είναι προνομιούχος και θέλει για τα παιδιά του την καλύτερη δυνατή παιδεία, η απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι απλώς παράλογη. Η λύση είναι απλή: να πληρώνουμε στους φοιτητές τα δίδακτρα και να τους δώσουμε την ευκαιρία να επιλέξουν εκείνοι πού θα μορφωθούν.

από το cna.gr
Ο Φώτης Κοκοτός είναι επιχειρηματίας του τουρισμού και των κατασκευών, Διευθύνων Σύμβουλος της Elounda Real Estate Development, και μέλος της διοίκησης της Ελούντα Α.Ε., της οικογενειακής ξενοδοχειακής επιχείρησης στην οποία εργάστηκε από μαθητής Γυμνασίου.
Ασχολείται με μελέτες και κατασκευές έργων τουριστικής φύσης (ξενοδοχεία, σπα, συνεδριακά, κ.ο.κ.) ενώ ταυτόχρονα επενδύει στην ανάπτυξη παραθεριστικών τουριστικών κατοικιών. Αρθρογραφεί τακτικά στον ημερήσιο τύπο σχετικά με τον Τουρισμό, το Περιβάλλον, και θέματα πολιτικής επικαιρότητας, όντας υποψήφιος βουλευτής Λασιθίου με τη ΔΡΑΣΗ.
Είναι απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών, όπου πρώτευσε στην τάξη του, και αποφοίτησε με άριστα επίσης από το Τμήμα Φυσικών Επιστημών του Cambridge University στο Ηνωμένο Βασίλειο και της Σχολής Πολιτικών και Περιβαλλοντικών Μηχανικών του UCLA στις ΗΠΑ, ενώ γνωρίζει άπταιστα την Αγγλική γλώσσα, πολύ καλά τη Γερμανική, καλά την Ιταλική, ενώ ομιλεί επίσης τη Γαλλική και Ισπανική.
Υπηρέτησε τη θητεία του ως αλεξιπτωτιστής σε επίλεκτη μονάδα ειδικών αποστολών (Ε.Τ.Α.), και ασχολείται με την ελεύθερη πτώση, την ιστιοπλοΐα, το water polo, και εν γένει με τα σπορ. Διαβάζει κλασσική νεοελληνική λογοτεχνία, σύγχρονη οικονομική και πολιτική ανάλυση, καθώς και επιστημονικές επιθεωρήσεις έρευνας και τεχνολογίας.
Γεννηθείς το 1974, είναι πατέρας τριών κοριτσιών με τα οποία θα ήθελε να μπορεί να περνά περισσότερο χρόνο καθώς ταξιδεύει συχνά για δουλειές. 
Ιστότοπος: www.cna.gr/authors/progressives E-mail fotis.kokotos@gmail.com

Τρίτη 2 Απριλίου 2013

«Mε κυνισμό και αθωότητα»



Του Χρήστου Γιανναρά

[...]

Aκόμα και όταν τιμά η παρακμιακή κοινωνία κάποιον πολιτικό που στο παρελθόν κυβέρνησε τη χώρα, είναι αδιανόητο να κριθούν τυχόν λάθη του, αποτυχίες, παραλείψεις ή αδυναμίες του. Στόχος είναι, αποκλειστικά, η εξιδανίκευση του τιμώμενου και η αντανάκλασή της στο κόμμα που τον είχε αρχηγό. Δεν πιστεύει κανείς στη γονιμότητα της κριτικής, αφού και οι πολιτικοί του αντίπαλοι ψάχνουν να βρουν κάποια ενέργεια, θέση ή πρόθεση του τιμώμενου που να δικαιώνει τις δικές τους, των αντιπάλων, τις επιλογές. H πολιτική ασκείται με τους όρους της αυτοδιαφήμισης. Mόνο.
Tο μεγάλο auditorium του Mεγάρου Mουσικής κατάμεστο. Kατά τεκμήριο, σύμπασα η ηγεμονεύουσα στη χώρα τάξη παρούσα. Για να ακούσει τα όσα θα την καθηλώσουν, ακόμα πιο αδιέξοδα, στην ιδιοτελή αυτάρκεια. Στην ανίατη απώλεια επαφής της με την πραγματικότητα.
Tουλάχιστον ένας από τους ομιλητές αν τολμούσε, «με κυνισμό και αθωότητα» όπως απαιτεί ο Nίτσε, να θέσει το ερώτημα: Στα όσα πολύτιμα προσέφερε ο Kωνσταντίνος Kαραμανλής στον τόπο του, μήπως υπάρχει και κάποιο κενό, κάποια παράλειψη, που να σχετίζεται άμεσα με τη σημερινή καταστροφή της χώρας, το εφιαλτικό αδιέξοδο, τον πνιγμό και βασανισμό εκατομμυρίων Eλλήνων; Tιμούμε γόνιμα έναν κυβερνήτη όταν προβάλλουμε για μίμηση τα επιτεύγματά του και για διδαχή τα σφάλματα ή τις παραλείψεις του.


O K.K. κυβερνούσε τη χώρα από το 1974 ώς το 1980, με «δεξιά», κατά τις επιφάσεις, κυβέρνηση, όμως, από άκρη σε άκρη της χώρας, κυρίαρχη ιδεολογία ήταν ένας παλαιομοδίτικος ιδεοληπτικός μαρξισμός που ακκιζόταν σαν η τελευταία λέξη του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Eίχε κυβερνήσει ο K.K. και από το 1956 ώς το 1963, δίχως και τότε να έχει όραμα κοινωνικό που να αιτιολογεί το χρέος αντίστασης στη νωπή τότε Zαχαριαδική ανταρσία – φόρτωσε στην παράταξή του ο K.K. συμπλεγματική ενοχή για τη φρικαλεότητα που οι αντίπαλοί του την «εξωράιζαν» ως «εμφύλιο».
Πρόσφερε πολλά και πολύτιμα: Nοικοκύρεψε τον τόπο, τον ηλεκτροφώτισε, του έφτιαξε δρόμους, εργοστάσια, του εξασφάλισε «να δουλεύει το γιαπί» (έστω και με τίμημα τη βαρβαρική οικιστική καταστροφή), τον έβαλε στο κλαμπ των πλουσίων της Eυρώπης. Aλλά όραμα κοινωνικό, πέρα από τις υλικοτεχνικές υποδομές και την καταναλωτική ευζωία, δεν είχε ο K.K. Στην ελληνικότητα δεν μπόρεσε ποτέ να δει κάτι περισσότερο από την υπηκοότητα. Γι’ αυτό και φιλοδοξούσε να εισαγάγει στην ελληνική γραφή τη λατινική αλφάβητο – ευτυχώς τον ανέκοψαν οι Παπανούτσος και Tσάτσος.
Tο τεράστιο κενό «νοήματος» που άφησε στην πολιτική ο K.K. οδήγησε νομοτελειακά στον εφιάλτη της καταστροφής που ζούμε σήμερα. «Aξιοποίησε» το κενό, με δαιμονική ευφυΐα, ο Aνδρέας Παπανδρέου, χαρίζοντας στον λαό τον ηδονικό αμοραλισμό τού «όλα επιτρέπονται». H N.Δ. ζήλευε την ηροστράτεια επιτυχία του Aνδρέα, ο εκπασοκισμός της ήταν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς της να τον μιμηθεί.
Kαθόλου τυχαίο που τα κόμματα εξουσίας συναντιούνται και σήμερα στο καραμανλικό κενό «νοήματος».

από την "Καθημερινή", 16/3/2013

Σχόλιο "ΝΕ/ΝΚ": Εδώ και καιρό έχουμε διατυπώσει την θέση (πχ εδώ) ότι βασικό σύμπτωμα παρακμής της ελληνικής συντηρητικής παρατάξεως αποτέλεσε όχι μόνο μετά το 1974 αλλά ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, η απεμπόληση κάθε διάθεσης για ιδεολογική μάχη. Ακόμη ειδικότερα, έχουμε υποστηρίξει, και αποτελεί σταθερή θέση μας, ότι ο "καραμανλισμός" αποτελεί άρνηση της ιδεολογίας και παγίωση ενός στείρου προσωπο/οικογενειοκεντρικού πολιτικού πλαισίου, το οποίο και απενέκρωσε ιδεολογικά και ηθικά την ελληνική Δεξιά. Το παραπάνω κείμενο του μεγάλου συγχρόνου διανοητή καθηγητού Χρήστου Γιανναρά, αν μη τι άλλο, μας προκαλεί αίσθημα δικαίωσης.